Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

Dlia Koltsa

Πού τέθνηκες κόρη, ω, κόρη του Έρωτος; Πού την ζωήν σου, ξεχνώντας με, άφηκες στα μακρά σου ταξίδια; Με αλκοόλην και ζάλην μ’αγάπησες. Με κρίματα πολλά τη μοίρα σου να σέρνουν, με βίασες να σ’ακολουθήσω. Αγάπησές με, άραγε, ποτές σου; Ένιωσες, άραγε, την στεγνή φλέγα του πόθου για εμέ; Κατάρα μακρινή τα βάσανά μου τρέφει, ω, γυνή. Ούτε στιλέτο στο στήθος να με σταματήσει δεν θα μπορούσε, μα, τελικά, με σταμάτησε. Δεν βαδίζω πια και δεν μεθώ, με πόρνες ασελγήματα πια δεν κάνω, σαν ναυτικός καπνό στα σωθικά μου δεν λαμβάνω, ούτε πονώ πια, ούτε πεινώ και διψώ. Τέθνηκες κι έζησα μόνος. Είμαι του Έρωτος άσεμνος σκλάβος, για πούλημα, και αφέντην έναν μόνο θεωρώ, της Αγάπης τον πέτρινο πόνο.


"...και αυτή θά'ναι η μόνη του θανάτου η μνεία,
στο χωριό μου θα κλάψουνε μόνο οι γέροι γονείς μου..."

~Dlia Koltsa~

Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

Medallon

Γιατί η πατρίδα έσιει το να σε τυλίει τζιαι να μεν σε ξαπολά..? Πραγματικά, ανοίω το μπαουλούι μου με ούλλες τες αναμνήσεις που άφηκα τζιειμέσα για ναν αιώνιες, τζιαι καταλάβω πως ούλλη μου η ζωή εν μέσα σε ένα μπαουλούι.

Η Ερινύα παραπονιέται, με το δίκαιον της δηλαδή, ότι ούλλη της η ζωή εν μέσα σε μια βαλίτσα. Όπου πάει η βαλίτσα εν τζιαι τζιείνη. Εμέναν εν ακόμα πιο τραγικό, εν η ζωή μου ούλλη μες το μπαουλούι. Εν να άφηννα τους πάντες τζιαι τα πάντα πίσω, ανά πάσα στιγμή, τζιαι να επίεννα να ζήσω στα πυρούμενα βάθη της Ανατολής, ή στες παγωμένες τούνδρες του Βορρά χωρίς ίχνος τύψεων ή νοσταλγίας, αρκεί να είχα μαζί μου το μπαουλούι των αναμνήσεων μου. Τζιαι σιοκκάρουμαι που το λαλώ! Εν θα περίμενα ποττέ ότι ήταν να φτάσω να μεν αναζητώ κανέναν, με φίλους, με οικογένεια, ακόμα τζιαι τον έρωταν επαρέτησα τον.

Εν κάπως περίεργο να μεν έσιεις τίποτε να πεις σε κανέναν τζιαι απλά να θέλεις να κάθεσαι να θωρείς το ταβάνι. Το ακόμα πιο περίεργο εν ότι είσαι καλά. Απλά συνειδητοποιείς ότι η ζωή σου εν όφκερη τζιαι έτσι εν να μείνει.

Η Ερινύα λαλεί ούλλοι προορίζουνται για να κάμουν οικογένεια, ούλλοι ανεξαιρέτως. Πόσο δίκαιον έσιει....αλλά εν της το λαλώ. Εν θέλω να ξέρει ότι κρούζω τζιαι λαώνουμαι άμμαν το σκέφτουμαι τούτο. Καλύττερα να βουλιάξω μες τη μοναξιά μου τζιαι να συνεχίσω να είμαι καλά έννεν? Αντρέπουμαι που ννα το πω αλλά νομίζω πως θα ήμουν ο καλλύτερος πατέρας τζιαι ο καλλύτερος σύζυγος, τζιαι τρώει με που εν θα γίνω ποττέ για το πείσμα το δικό μου τζιαι την κατάραν μου να αγαπώ ολόισια χωρίς να σκέφτουμαι. Τωρά ο Twisted εν θα ξέρει τι να πει τζιαι εν να σκέφτεται -επειδή το συνάφερα- τα ίδια πράματα.

Είμαστεν ούλλοι οι αθθρώποι ίδιοι έννεν?? Εν πραγματικά πολλά περίεργο το συναίσθημαν ότι μπορεί έναν κομματούιν που την ψυσιή μου να ζει μέσα σε τζιείνον που σιαίρεται την Αγάπην μου. Άρα, θα έπρεπε να είμαι ευτυχισμένος έννεν? Αλλά εν τζιαι ο αθρώπινος εγωισμός, πραγματικά τεράστια δύναμη, που εν σε αφήννει να χαρείς κάτι που έξω, τζιαι θέλεις το δικό σου. Η Δύναμη εν να σιαίρεσαι με την χαρά του άλλου όσο τζιαι ν ήθελες να είσαι στη θέση του. Το Σύμπαν ξέρει καλλύτερα που πρέπει να είσαι τωρά Ξενή, τζιαι τωρά πρέπει να είσαι μόνος σου μες την γωνιούα με τα κομπιουτερούθκια σου να γράφεις νοτούα νοτούα τον καμόν τζιαι την χαράν της ψυσιής σου.

Ξέρω εκούρασα σε με τους έρωτες, ειδικά τους ανεκπλήρωτους, τζιαι με τα φιλοσοφικά ερωτήματα τζιαι τα ΓΙΑΤΙ. Ο καθένας πιάννει το πρόβλημαν του τζιαι κάμνει το Ωκεανόν. Ακόμα τζι αν το πρόβλημαν εν μόνο μια σταγονούα μες την γωνιάν του ποτηρκού. Εμέναν τούτον εν το πρόβλημαν μου τωρά. Έχω τζιαι πιο σημαντικά αλλά με κάποιον τρόπο εκατάφερε τούτο να σκαρφαλλώσει στην κορυφή τζιαι να μου πει: "Θωρείς τζιέινην την κοπελιάν τζιαμαί την όμορφην τζιαι την γλυτζιάν με την φωνήν αγγέλου? Ε, εν θα γενεί ΠΟΤΤΕ δική σου. Ούτε μάνα των παιθκιών σου. Μόνον που μακρά να θωρείς".

Τζιαι όμως, έσιει τζι άλλες αγάπες εκτός που του κρεβαθκιού. Εν η αγάπη της Ορχιδέας, τζιαι η αγάπη της Νότας τζιαι της Πέννας, τζιαι εν τζιαι η αγάπη η Σημαντική, της Ζωής.

Ήπιες μου το γαίμαν μου γιε της Κυπρίας. Έσυρες μου τα χρυσά βελούθκια σου πας τη κκελλέ για πολλύν τζιαιρό τζι εξήασες να σύρεις τζιαι μισόν της Τζεράς μου. Άμε στο καλό τζι έχω δαμαί την Φιλιά να μου κάμνει παρέα.

Κάμε το καλόν τζιαι ρίχ'το στο γιαλό ελαλούσαν οι παλιοί. Τζι ώσπου πάμεν.

Νά'σαστεν καλά τζιαι καλό μάζεμαν κομφετί που πίσω που τους καναπέδες. Α, τζιαι καλό κόψιμον της Μούττης!

Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Μέσα στα μπαρ που αυτοκτονούνε οι θαμώνες...

Στέκομαι απ'έξω και βλέπω το φωτισμένο με neon, οικείο σου όνομα. Κινώ ανεπαίσθητα τον λαιμό μου και νιώθω το δερμάτινο σακάκι στους ώμους μου που με κρατάει ζεστό, το ευγνωμονώ σιωπηλά. Η ψύχρα της νύχτας και της θάλασσας, που κάθεται σχεδόν ατάραχη απέναντι σου, αγγίζουν μόνο το πρόσωπο και τα χέρια μου. Οι παλάμες μου σχεδόν ίδρωσαν από την υγρασία μα τα δάκτυλά μου νιώθουν την ανάσα του αγέρα απαλά να με χαϊδεύει και να τα περνάει ένα-ένα, σαν βουνοκορφές που τις έπιασε Γαρμπής.

Κάνω, επιτέλους, το πρώτο μου αποφασιστικό βήμα ευθέως, προς την πόρτα σου. Το βλέμμα μου, όπως κάθε φορά, πέφτει για ένα μικροδευτερόλεπτο στην vintage, πάλαι ποτέ, μηχανή για μπύρες που στολίζει την κολώνα της εξώπορτάς σου. Χιλιάδες αναμνήσεις μιας περασμένης ζωής με χτυπάνε με ανάλγητη μανία. Σφίγγω το φυλακτό που τώρα στολίζει το στέρνο μου και έλκω την πόρτα. Αμέσως το άρωμα σου κεντρίζει την οσφρητική μου μνήμη· ξέρω τους πέτρινους τοίχους σου, το μπαρ και τη σκάλα από ξύλο, τις αμέτρητες ζωγραφιές σου σε καμβά και τα ρητά που οι θαμώνες σου έγραψαν πριν χρόνια, που απλώνονται παντού σαν τοιχογραφίες και σαν θολές, στο αλκοόλ πνιγμένες, μνήμες. Βαδίζω τον μικρό, στενό διάδρομό σου και ξέρω τι θα συναντήσω δεξιά μου στη σκάλα· αδημονώ. Πρώτα βλέπω την κονσόλα, σχεδόν σαν φάντασμα περίμενα να δω τον λεπτό τύπο με το μακρύ, μέχρι τη λεκάνη του, ίσιο μαλλί να κουνιέται ελαφρά στο ρυθμό κάφρων συγκροτημάτων από την άκρη της γης. Και μετά, με ένα ακούσιο χαμόγελο, βλέπω το μεγάλο σου, σαν αρχαίου αλχημιστή, βιβλίο όπου όλοι όσοι πέρασαν κάποτε από 'δω μέσα έβαλαν την υπογραφή τους για να μην ξεχάσεις ποτέ κανέναν.

Ένιωσα βλάκας που περίμενα να γυρίσω το κεφάλι στο τραπέζι που κάθεται περίοπτα, σαν θρόνος βασιλέως, εν μέσω της σκηνής, μπροστά από το πυρογραφημένο ξύλινο λογότυπό σου και να αντικρύσω δυο μικροκαμωμένες γυναικείες φιγούρες ντυμένες εξ ολοκλήρου στα μαύρα, να στροβιλίζουν το κεφάλι ρυθμικά και εγώ να θαυμάζω τις κινήσεις των μαλλιών τους και να χαμογελάω. Μετά θα πήγαινα προς τα εκεί και δεν θα τις ενοχλούσα, θα χαιρετούσα πρώτα τους άντρες που κάθονταν γύρω απ'το τραπέζι πίνοντας μειλίχια τις μπύρες τους, κατευθείαν απ'το μπουκάλι σαν αληθινοί άντρες, με χειραψίες που θα ζήλευε ακόμα και ο Tupac και ακολούθως, όταν το τραγούδι τελείωνε, θα αγκάλιαζα τις κοπέλες σφιχτά και θα ανταλλάζαμε φιλιά σαν αδέρφια που χάθηκαν για χρόνια. Κι όμως, πριν μερικές ώρες θα είμασταν μαζί.

Θα έβλεπα την λεπτή του φιγούρα, στα μαύρα ντυμένη, με χιλιάδες μαγικά σύμβολα να κρέμμονται από ολόκληρο το σώμα του και θα ανταλλάζαμε πλατιά χαμόγελα που συνεννοούνται χωρίς λόγια.
Θα έβλεπα το τεράστιο σώμα του και θα ήξερα πως έχω να κάνω με ένα παιδάκι, και έτσι θα τον αντιμετώπιζα· με μια αντρική χειραψία αλλά και με ένα χάδι στο κοντοκουρεμένο κεφάλι του.
Θα έβλεπα το κοκκινότριχο πρόσωπό του και θα ρωτούσα πως πάει, θα έβλεπα το μαύρο καπελάκι του, σαν παλιού στρατιώτη, και θα ρωτούσα "πού χάθηκες δικέ μου;"
Θα την έβλεπα να βλέπει το ξανθό του κεφάλι και θα χαμογελούσα κουνώντας το κεφάλι σκεπτόμενος "τα ίδια παντελάκη μου, τα ίδια παντελή μου", θα έβλεπα τη φίλη της να μην κοιτάει κανέναν χαμένη στο δικό της κόσμο και όλους τους υπόλοιπους να της ρίχνουν κλεφτές ματιές, ακόμα και οι γυναίκες, και θα ζήλευα αλλά δεν θα το έδειχνα.

Εκείνη την ώρα μόνο, και και καμμιά άλλη, θα καθόμουν δίπλα σε έναν απ'αυτούς τους τύπους και θα έβγαζα απ'την τσέπη μου τον λευκό Captain Black καπνό μου, την πίπα μου και τον Zippo αναπτήρα μου με τον ενχάρακτο ιππότη και θα ξεκινούσα να καπνίζω απαλά και να παίζω με τον καπνό. Μετά θα σηκωνόμουν για να πάω να πάρω μια Heineken πολικών θερμοκρασιών και θα επέστρεφα στο τραπέζι για να τον βρώ να στρίβει τσιγάρο με τον καπνό της πίπας μου, θα γελούσα με την ψυχή μου και θα συνέχιζα να περνώ καλά.
Σε κάποια φάση θα γυρνούσα απ'την άλλη και θα έλεγα "μαλάκα, πάμε έξω;" και θα μου έγνεφε "ναι" με το κεφάλι ενώ παράλληλα τραβούσε μια τζούρα απ'το στριφτό του. Μόλις βγαίναμε, θα είχαν μόλις παρκάρει απ'έξω και θα έρχονταν προς εμάς. Ο ένας θα έτρεχε να μας πειράξει κι ο άλλος θα ερχόταν περπατώντας στραβά, σχεδόν άτσαλα, χορευτικά, προς εμάς ενώ παράλληλα θα μας έλεγε και την καινούργια μαλακία που του συνέβει και θα γελούσαμε όλοι μαζί ανταλλάσσοντας βλέμματα. Θα πηγαίναμε μέχρι το περίπτερο και θα πέρναμε τσιγάρα, σοκολάτες και Snapple. Θα επιστρέφαμε αλλά δεν θα μπαίναμε μέσα ξανά, θα προχωρούσαμε λίγο παραδίπλα όπου η είσοδος μιας πολυκατοικίας θα προσέφερε κατάλληλο κρυσφήγετο για πολλές κουβέντες. Εκεί θα βρίσκαμε ήδη τις κοπέλες με την καλύτερη τους φίλη, και την πιο έξυπνη φίλη που είχα ποτέ, τον ψηλόλιγνο ξανθό και τον ψηλό μελαχρινό να μιλάνε για τα πάντα πειράζοντας ο ένας τον άλλον με τα πιο προσβλητικά σχόλια. Αυτοί είναι φίλοι. Φυσικά θα τους συνοδεύαμε αρχίζοντας και 'μεις τα πειράγματα.

Ίσως αν ήταν μια απ'αυτές τις νύχτες να φέρναμε τη συζήτηση κάπου φιλοσοφικώς σοβαρά, όπως στον θεό ή στον ρατσισμό. Ή ίσως να ήταν απ'τις....άλλες...νύχτες, αυτές που το σκοτάδι με πέρνει στα, φαινομενικά, ασφαλή του χέρια και με καθοδηγεί. Μια απ'τις νύχτες που θα έτρεχα πίσω της προσπαθώντας να σκουπίσω τα δάκρυά της ξέροντας πως τίποτα δεν μπορώ ΕΓΩ να κάνω για να απαλύνω τον πόνο της. Και θα μου έλεγε "όσο μακριά κι αν είσαι, μόνο εσένα έχω", και την επόμενη μέρα θα ξεχνούσε αν είμαι ζωντανός.







*θΑ κΟιΜηθΏ κΑι Θα (Κ)ΣεΧάΣω*

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2012

Johnny

"Dear Johnny

Πως είσαι άτιμε, παλιόφιλε; Λοιπόν, μη με ρωτάς αν περνώ καλά, γιατί δεν. Ένα μεγάλο κενό έχει καθίσει στην καρδιά μου και δεν λέει να φύγει. Πως γεμίζει το κενό δεν ξέρω, δεν είμαι εγώ σοφός και ρήτορας μεγάλος για να πω. Είναι όμως περίεργα οικείο το αίσθημα του πόνου. Τί λες; Αν ήσουν εδώ θα έλεγες "μην βάζεις το μουνί στο βάθρο φίλε, μην το αφήνεις να σου πατάει την περηφάνεια". Και πιθανόν να είχες δίκαιο. Μα δεν μπορώ ρε Johnny, είναι που αγαπάω δικέ μου...μα τον πούστη τον Έρωτα μόνος μου τον έχω, μόνος μου τον βλέπω. Είναι η Ποίηση που σαν αίμα κυλάει άσκοπα στις φλέβες μου, και μέσα βαθειά μου ξέρω την ανικανότητα της ψυχής μου να ορθοπηδήσει, μα πριν τα μάτια σφαλίσω, θα δώσω σε όποιον άτυχο μείνει πίσω ένα γράμμα κι ένα σιγοψυθιριστό τραγούδι για να θυμάται και να κλαίει.

Και δεν έχει τίποτα σημασία πια.

Νά'σαι καλά στα μεγάλα σου ταξίδια και, Johnny, να προσέχεις ρε. Δώσε τα φιλιά μου στη Hannah και τα παιδιά.

Ξενοφίλιος"



*to whom it may concern: Μεν αφήννεις τα φαντάσματα του παρελθόντος να ξυπνούν το πληγωμένο παιδάκι μέσα σου, θυμήθου ότι είσαι άντρας πιον τζιαι εν χρειάζεται να κάμεις τίποτε για κανέναν. Αν το παραμελημένο αγοράκι μπορεί να συγχωρήσει, τότε μπορεί τζιαι μεις οι πιο κενοί να έχουμεν την ευκαιρίαν μας για λίην ευτυχίαν τζιαι ίσως, ΙΣΩΣ, μιαν μισάνοιχτην πόρτα τζιαι για λλόου μας.

*IF NOT AWAKENED BY NOW KEEP SLEEPING*

Τρίτη, 14 Φεβρουαρίου 2012

Vlastelin Mira

Μεν ακούεις τες πελλάρες κανεμιού. Ούτε καν τες δικές μου. Η Αγάπη εν μιάλον πράμαν για τζιείνον που μπορεί να την χειριστεί...εγιώ εν ημπόρω. Αλλά εσού, που μπορείς, μεν την πετάσσεις σγιαν το πατσιαούριν. Τζιαι μεν αφήννεις τζιείνους που σε περιπαίζουν να σου ρίψουν την Ιδέαν της Αγάπης που φύτεψες μες το νου σου. Σγιαν που να σε καρτερά έσσω σου η Τζιερά σου εν έσιει, άκου τζιαι μέν' τον γέρον, σγιαν που να τυλίεις το κορμάτζιην της μες τα σιέρκα σου τζιαι να την κάμνεις δικήν σου. Αμμά πρέπει να παλέψεις για λλόου της τζιαι τζιείνη για λλόου σου, έν'τζιαιν έτσι απλά τα πράματα, πέρνω την, πέρνει με! Αν μεν ηφτύσεις γαίμαν κουμπάρε μεν λοαρκάσεις ν'απλώσεις δειν. Αν μεν σε πατήσει η ζωή μες τα λαιμά πού'ν το κέρτος;
Άλλος εν που την δέχεται τζι άλλος που την γαμεί χα..; Έτσι ένι φιλούιν μου ο Άρκοντας του Κόσμου, μήτε γελά, μήτα γροικά που τουν φακκούν την πόρταν. Μόνον άφτει τον πούρον του τζιαι γύρνει την ράσιην πίσω, τραβά γερά θκυο-τρείς ρουφκιές τζιαι γλέπει το πουτζιήν του. Εν "ένας βιλλάς γαμόσιηστος, γερόπορνος στρινιάρης, γαμορατσίτης, άτιμος, καβλάντης, πουτανιάρης" τζιαι ο σκοπός του, ο χτιτζιόν, π'ό 'βαλεν μες τον νουν του, εν να αφήκει τούν'την γην δίχα ψυσιήν τζιαι νεύρον. Γιαυτόν εσού που αγαπάς τζι έσιει το η καρκιά σου, μεν φοηθείς ούτε λεπτόν τζιαι πε του μες τα μούτρα πως εν θα δει που λλόου σας με καημόν, με πούζαν!





Εύχομαι σε ούλλους τους loners καλές υπομονές, μια μέρα ένι, τζιαι σε ούλλους τους ερωτευμένους να γιορτάσουν τζιαι τες cliché μέρες, τζιαι τες συνηθισμένες, τζιαι τες ασυνήθιστες. Αρκεί ν'αγαπάς κουμπάρε τζιαι η ζωή εν πάντα γλέντιν (σχεδόν!).

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2012

Ο Ανέλπιδος τζιαι το δεντρίν

Τζιαι ο Ανέλπιδος εφύτεψεν έναν σπορούιν ελπίδαν μιτσιάν, κρυφά της μάνας Γης, κρυφά τ'Ουρανού του τζιύρη. Για μια στιμήν εθώρεν την γλυτζιά-γλυτζιά τζι εκρυφοχαμοέλαν, τζιαι μιάν ζωήν ολόκληρην να τρέμει άμπα τζι εύρουν τον, τζιαι που τον φόον να κλαίει. Τζι ήρτεν η ώρα που έγινεν η Ελπίδα του δεντρίν, τζι έφκαλεν του ελπίδες. Τζιαι είδεν πκιον τους κόπους του να μεν πάσειν χαμένοι, εμιάλυνεν η ελπίδα σου, γερο-Ξενή, επήεν ίσιαμε τζιειπάαααανω τζιεί στους ουρανούς, να πίννει με τον Γέρον. Επολοήθην ο Ανέλπιδος με βροντερήν φωνήν τζιαι λέει:

"Το δεντρίν μου εμέναν πκιον εχάην...εξήασεν ποιός εν πό'κλαιεν που πάνω του τόσα γρόνια. Κώλοι, είσαστεν ούλοι, τίτσιροι, αδρώποι δίχα γαίμαν. Τάχατες μου ανώττεροι, αρτζιήθκια μαλλουρέθκια! Το δεντρίν μου εγιώ εν τό'σπειρα για να το σιαίρουντ'άλλοι!!"

Τζι έπιαν ο γέρος ο πελλός την τσάππαν τζιαι τον κούσπον, τζιαι την κουνιάν την δίκοπην, την Αστροπελεκούσαν, τζιαι την Ελπίδαν του επελέτζιησεν τζι έφκαλεν που το χώμαν... Τζιαι το δεντρίν εν τζιαχαμαί, νεκρόν, ξημπαρρωμένον, τζιαμαί χαμαί που τό 'συρεν ο αψόθυμος ο γέρος. Όποιος περάσει που τζιαμαί, για χωρκανός, για ξένος, γύρνει του γέρου μιαν οτζιάν να πίννει μες το χώμαν. Τζι όποτε ρέξω που γύρνω του μισήν πότσαν κοννιάκκιν γιατ'είπεν μου ο τζιύρης μου πως ο άθθρωπος που επόνησεν τζι έδρωσεν τζι επροδώθηκεν εν ηξηάννει τζιαι πονεί ώστιμον πον'να λιώσει.


-----------------------------------------------------------------------------------

Τζιαι καρτερώ, τζιαι καρτερώ την Τύχην να υφάνει τες μέρες μου τες δύσκολες π'απλώννουνται μπροστά μου. Ίντα λαλείτε? Έχω chance να ζήσω να γελάσω? Προς το παρών έσιει θκιάβασμα τζι η εξεταστική εν γελιέται. Ο νους μου τωρά εγέμωσε ήχους τζιαι μουσικές, τζι αν έρτει η Ερινύα μου, που Ούλλες η πιο μεγάλη, ίντα εν να κάμω Πλάστη μου??? Το κλάμαν εν να πιάω!
Όπως τζιαι νά'σει νά'σαστεν καλά τζιαι πάντα με ανοιχτά τα μμάθκια, γιατί αν κρίνω που δαμαί, ότι τζι αν έρκεται κατά πάνω μας εν πολλά, μα πολλά μεγάλον.

*AWAKENING CALL*

Deepkick Feat Stephanie Kay - Candy (Radio Edit)

Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Konets Sveta

Οι οφθαλμοί μου δεν εγνώρισαν το λαμπερό τοπίο στο οποίο άνοιξαν. Το κεφάλι μου βαρύ μα κενό ωσάν νεαράς λέαινας το βράδυ. Ανακάθισα γυμνός στο σημείο απ'όπου εξ ουρανού πρέπει να κατέπεσα και έψαξα με τα μάτια πολιτισμόν. Πλήρες, λευκό, κενό. Δένδρου όμοιος, ούτε που μπόρεσα να λακτίσω από του σημείου μου. Και τότε ήτο που ήκουσα φωνήν λεχώνας να μου ομιλεί. Ήξερα πως ήταν εγκυμονούσα γιατί αναγνώρισα τη φωνή τηςκαι τω καιρώ εκείνο έφερε στα σπλάχνα της υιόν, αν δεν απατώμαι.

-"Ξενοφίλιε...καλέ μου Ξενοφίλιε...γιατί κωλυσιεργείς Αγάπη μου...; Εσύ που Είδες και που Άκουσες, μή αργείς! Έχω για σένα Έρωτος έργον μεγαλόπρεπον!".

Ανάμεικτα συναισθήματα χρωμάτιζαν τη μουσική της Αύρας μου. Εγώ, Κυρά, είμαι μικρός και ασήμαντος στα μάτια σου. Τι να πω...; Την αλήθειαν βεβαίως!

-"Μεγάλη μου Αγάπη και Ζωή, παλμέ της Ψυχής μου...! Αδύνατον αυτό που ζητάς, ανήκουστον! Έρως δεν πλανάται στις καρδιές μας, μα Άδης. Έριδα και Χάος κυβερνούν τα μυαλά των ανθρώπων, Κυρά μου...είμαστε αδύναμοι."

-"Μη φοβού τον άγγελον της Νέας Ζωής Ξενοφίλιε! Ήγγικεν η ώρα της Ελευθερίας, Καρδιά μου..."

-"Άστρον, Ω! Άστρον του Δειλινού, φώτισε το σκοτεινό μονοπάτι που στα πόδια μας ξανοίγεται, μακρύ. Δώσε στον Άνθρωπο τη Δύναμη της Αγάπης ξανά!"

-"Αυτό που ζητάς, έχεις ήδη κερδίσει Θνητέ...αριθμόν δέδωκά σου..."

02/02/2012



*AWAKENING CALL*