Τρίτη 12 Ιουλίου 2011
Σκατά μέρα..
Γιατί οι ανθρώπινες ζωές μετρούνται με ευρώ τζιαι με το "εν έσιει τίποτε ρε"..
Εν έχω τίποτε άλλον να πω.
Πένθος..
Σάββατο 9 Ιουλίου 2011
Το όνειρον
κάμε νά 'ν' του σατανά ψευτιά τζιαι κάμε νά 'ν' του θεού παράδεισες...
Έφκαιννα τον ανάορον τζι ο ήλιος έξι πόθκια,
μες το λιοπύριν τον γνωστόν, του τόπου μου, να κρούζω..
Άκουσα κλάμαν γοερόν να σιίζει τον αέραν,
τζι έφτανεν μου που τ' αυκιά ίσια με την καρκιάν μου..
Εγύρευκα τον αίτιον, που ποιάν ψυσιήν να φκαίνει..;
τζι άξιππα που το πούποτε θωρώ, κλαμένην, μιαν κορούν, γρόνους, αν θά 'ταν, πέντε..
Εκόντεψα μα εν μού 'δωκε καμίαν σημασία,
το κλάμαν εδυνάμωνεν τζιαι 'γώ ανήμπορος, τζιαμαί, να κάθουμαι, διμμένος..
Σύννεφα μαύρα, άξαφνα, τον ουρανόν εκλείσαν,
τζιαι σαν απότομα να ξύπνησα, τα πάντα ήτουν μαύρα..
Μπροστά μου εμφανίστηκεν, τζιαι έχασα τα λόγια,
μαυροντυμένος άδρωπος, πλάσμαν καταραμένον..
Μες την κκελλέν μου άκουσα φωνήν τρανήν να λέει:
"Είμαι ο Χάροντας, Ξενή, εν ώρα μας να πάμεν"..
Είπα του: "Λάμνε στο καλόν τζιαι στην ευτζιήν του κόσμου,
εγιώ σαν να κατάλαβα πως τούτα εν ούλλα ψέμαν.."
Εγέλασεν τζι εκάρφωσεν στην γην τζιείνον που βάσταν,
δρεπάνιν ως τον νώμον του, ίσια εκατόν οκκάες..
Η γης ετράνταξεν πολλά τζιαι πας τον πανικόν μου,
νομίζω πως εν' π' άκουσα φωνήν, να με καλεί, γεναίκας..
"Ξενήηη....", μου φώναζεν βαθκειά τζιαι απόκοσμα
που χάος μακρύν τζιαι που κόσμον, χαρκούμαι, άλλον..
Πρώτη βολά στα γρόνια μου εν να αρροθύμησα τόσον,
τζιείνος ευκαριστήθην το τζι εγέλαν ούλλη ώραν..
Τζιείνη 'ταν η αγάπη μου που την ζωντάνεψεν ομπρός μου,
τζι είδα την με τα μάθκια μου, ολοζώντανην, με σάρκαν..
Αντά γυρίζει πάνω μου το σκοτεινόν της βλέμμαν,
τα γόνατα μου ευτύς σιίλλια κομμάθκια εγίναν..
"Καρθκιά μου..;", ίντα 'θελα τζιαι γύρισα τζιαι είπα;
Αμέσως τζιείνη αγρίεψεν τζι εγύρεψεν να με φάει..
Άρπαξεν με που τον λαιμόν τζι εμάσιετουν να με πνίξει,
τζι ο σατανάς εθώρεν την τζι αυτάρεσκα 'χαμογέλαν..
"Εξόν που 'σέναν εν τζι έχω άλλην μες την ψυσιήν μου,
ούτε άλλον πλούτον να θωρώ μήτε να 'ποθαυμάζω..
Αν θέλεις κάμε με τωρά στάχτην τζιαι ποκαΐθκια,
μα την καρκιάν μου κράτα την έναν σωστόν κομμάτιν..
Πού νά βρεις άλλην ν'αγαπά τα λάθη τζιαι τα ύστερα
του κόσμου τα παράξενα τζιαι τα περίεργα σιέρκα..;
Μίαν καρτούλλαν γέριμην είχα να σου χαρίσω,
που να αγαπά εν της έμαθεν κανένας μες τον κόσμον..
Αμμά εσέναν είδεν σε τζι είπεν ΄Έτην αγάπην΄,
τζιαι ποττέ της δεν εδέχτηκεν να φύει μακριά σου..
Αν προτιμάς τον δαίμοναν, που δύναμην διά σου,
καταλαβαίνω, αγάπη μου, τζι αντίρρησην εν σου φέρνω.."
Είπα τζιαι εσιώπησα τζι είδα μιαν ηλιαχτίδαν,
να δεις που εκατέβηκεν για λλόου μου μες το σκότος..
Ολόισια, έτην, έκατσεν στες τζιεφαλάες των θκυό τους,
τζι εγίνασειν σαν έκρηξη που ασήμιν τζιαι γρουσάφιν..
Ό,τι άρκεψεν, ετέλεψεν, τζι ό,τι έμεινεν, εχάθην,
το μεσοδότζιη τ'ουρανού εν του εγωιστή το ολόκληρον..
Τωρά που τζιείνη που αγαπώ μισά με τζι εν θέλει
μήτε στα μάθκια της ομπρός, τη φάτσαν μου, να αμπλέψει,
Μισός τζιαι γέριμος, λειψός εν πό' μεινα στο ράφιν,
να χάσω άλλον εν έχω, ούτε να παραδώκω..
Ούτε φοούμαι σατανάν, ούτε τζιαι θείαν κρίσην,
εμέναν την ψυχούλλαν μου 'ρίζει την κάποιος άλλος..
Στα σιέρκα της, στα σπλάχνα της, στες σκέψεις της για μέναν,
ό,τι ελπίδα μό' μεινεν τζιαμαί την αποθέτω..
Κάμε να 'ν' ούλλα ψέματα, γλήορα να ξυπνήσω
τζιαι τ' όνειρον τούν' το εψεσινόν αλόπως εν' η ζωή μου.
Παρασκευή 1 Ιουλίου 2011
Της Ορχιδέας τα Φύλλα
Σ'εκείνα τα άλλοτε πικρά, της εφηβείας μου δάκρυα, της νεότητάς μου χρόνια, εγνώρισα μια θάλασσα, μιαν άβυσσο με μάτια. Είχε μακριά μαλλιά στο χρώμα του εβένου και μάτια μελισσόχρυσα, μα μοιάζανε με έρεβος και μέσα τους χανόσουν.
Με ανωριμότητα συστήθηκε, σαν πόρνη της πλατείας και έπαιξε με μιας με όλων των αρσενικών της παρέας, τα μάτια. Εμένα όμως μου έδειξε, στις ώρες τις ολομόναχες που πέρναγε μαζί μου, πως ήτανε άνθρωπος αγνός και με ψυχήν αγγέλου.
Είχε χυδαίες κι ανεπανόρθωτες, στα αισθήματα, πληγές βαθειές, μα είχε καρδιά τρισκέντητη, σαν μάλαμα, χρυσάφι.Από τότε που τα μάτια της επαίξανε μαζί μου, σε άλλην δεν εμπόρεσα το βλέμμα να σηκώσω, μα όταν με άφησε να δω, βαθειά, μες την ψυχή της, να ζήσω δεν εμπόρεσα, από τότε μακριά της.
Τα χρόνια γέρασαν μα εγώ ακόμα την εσκέφτομαι ολημερίς και ολονυχτίς, σαν να την γνώρισα ψες και σκέφτομαι πού θα με βγάλει. Σαν έρωτας του κοριτσιού, σαν του αγοριού το πάθος, μίαν αγνήν εζήσαμε, ολόκληρην φιλία.
Για μένα όμως πάντοτε θά 'ναι ο άνθρωπός μου. Αυτός που πριν οι λέξεις μου να βγούνε απ'το στόμα, με ένιωθε και με κράταε σφιχτά να μην φοβάμαι. Και είν' τα χέρια της αυτό που πάντα θα ενθυμούμαι. Η ευλογία η τρισκατάρατη, του χεριού, η αφή, του ανθρώπου σου, που λιώνει απ'την αγάπη.
Μα όχι για σένα...
Περάσαν χίλιες εποχές και στέρεψεν το δάκρυ μου, δεν έχω, άλλο πιά, να δώσω ή να πάρω. Μόνο μια ελπίδα ρίζωσε βαθειά στα σωθικά μου και να φύγει, δεν λέει, από 'κεί, ούτε ήσυχο να μ'αφήσει.
Καίγομαι, λιώνω και πονώ κι ούτ' ένα βλέμμα να μου ρίξει δεν ηθέλησε. Δεν μου μιλάει πια και ούτε να με δει δεν θέλει, εμπρός στα μάτια της, που τα αγάπησα τόσο. Δεν λέω "δεν πειράζει" πια, πάντα θα με πειράζει, που εξέχασε την αγάπη μου που έμεινε, γι'αυτήν, στο ράφι, δεδομένη.
Ψηλά στους χίλιους ουρανούς και στον γαλάζιο κρότο, δεν βρέθηκε ζωή καλή, σε μένα να χαρίσει. Να μ'αγαπήσει απ'την ψυχή και να μου δώσει ένα φιλί, του έρωτος, στα χείλια. Πάντα θα την καρτερώ και πάντα θα την θέλω, και πάντοτε μονάχος μου θα ζω και θα υπομένω, ότι βάσανο θα μου ριχτεί στην πλάτη να το φέρω.
Για τη μικρή ελπίδα μου, που τρύπωσε στα στήθια, ότι δικιά μου θα γενεί και θά 'μαι εγώ γι'αυτήν ο πολυπόθητος άνθρωπός της. Είναι φορές που η αγάπη μας, απέραντη ας είναι, δεν φτάνει για να μας κρατεί δίπλα σε όποιον αγάπησε η καρδιά μας τόσο.
Ζωή μου άδικη εσύ, που στις φωτιές του Έρωτα μ'αφήνεις να πυρούμαι, δε με και μια φορά που μ'έριξες σε απύθμενα πηγάδια. Και δώσε μου ότι αναζητώ στα χέρια να κρατήσω. Μιαν κόρην απ'τα σπλάχνα της και να της μοιάζει σ'όλα, εις τα παράξενα και εις τα λιτά, στις περίεργες της συνήθειες.
Θεέ που δεν μ'αγάπησες, ουδ' ενοιάστηκες, τι γίνομαι, ποτέ σου, ρίξε ένα βλέμμα σου απάνω στην καρδιάν μου. Σταμάτα την ή δώσε της μονάχα μια ευκαιρία, να γίνει ότι γεννήθηκε και ότι είναι γραφτό της. Φύσηξε την αγάπη μου και πάρ'την στα υπόγεια που αυτή, τώρα, συχνάζει, ξάπλωσε μες τον κόρφο της, σαν βρέφος που βυζαίνει και πες της πως την αγαπώ και πως γι'αυτήν πεθαίνω.
Ακόμα κι αν την πλήγωσα κι αν μού 'δωσε κι εκείνη δάκρυ, δεν έχει σημασία καμιά σε αυτό που μας ενώνει, γιατί είμαστε ο άνθρωπος, γι'αυτόν που αγαπούμε, ο μόνος που θα θυμηθεί, όταν πονάει, στον κόσμον όλον. Αυτό που προσπαθώ να πω, υποθέτω, πως είναι η πιο απλή, στην γλώσσα μας, η φράση, που λεν οι ανθρώποι εύκολα και πριν να το σκεφτούν, τί σημασία βαριά κρύβεται μες τις λέξεις.
Εδώ είναι που γίνομαι τυπικός και λέω ότι λεν κι οι άλλοι, Σ'αγαπάω κι ας με πονείς όσο κανείς δεν τόλμησε να φτάσει στης καρδιάς το βάθος, μα δεν με νοιάζει πια, αρκεί να με θυμάσαι, να μ'αγαπάς εκείνο το λίγο που μπορείς και που σ'αφήνει ο έρωτάς σου, και ποτέ από πάνω σου μην βγουν τα δυο μου πανίσχυρα δώρα.
Καρδιά από καρδιάς που βρίσκεται δίπλα απ'την καρδιά σου και φτερό αγάπης για να μπορώ σαν άγγελος από μακριά σε κάθε σου βήμα να σε προσέχω. Να πω, δεν έχω τίποτα, άλλο, ή να προσθέσω, γι'αυτό και τώρα πια σιωπώ και σκύβω το κεφάλι μου μήπως μπορέσω να ζήσω.
Ποτέ σου μην ξεχάσεις την αγάπη μου, που πέρασε ξυστά απ'την καρδιά σου...
Π.Ξ.Α.
Ξενοφίλιος
Τετάρτη 22 Ιουνίου 2011
Απουσία ξανά..
Σ'αυτή την τεράστια σκακιέρα της ζωής, που πάνω της τζογάρονται οι άθλιες ψυχές μας, πάνε τώρα χρόνια που την κίνησή μου έκανα να έρθω να σε βρω...δίπλα σου να ζήσω σαν έτοιμος από καιρό...μα πού είναι η βασίλισσά σου καρδιά μου? Πόσους αιώνες θα περιμένω να την κινήσεις προς εμένα...?
19/16/11 - Για την αγάπη στην καρδιά μου, που ήτανε φιλία μα και έρωτας τυφλός
Κυριακή 12 Ιουνίου 2011
Γράμμα ενός ποιητή
Δεν το γνωρίζω, εγώ, κύριε ποιητή, το μυστικό για να γελάσετε όπως δεν γελάσατε ποτέ...και σίγουρα ένα καράβι θα με οδηγούσε στην τύχη ενός εγγλέζου θερμαστή, που όπως λεν, αγόρασε ένα μαχαίρι δυο σελίνια και το κάρφωσε στο στίγμα μιας εξωτικής ομορφιάς που στόλιζε την καρδιά του...γι'αυτό δεν θα σας συνιστούσα τα ταξίδια του καταστρώματος...ένα τσιγάρο "Κάμελ" και ουίσκι, το δοκίμασα Καίσαρ...μου χάραξε βαθιά της θύμησης τον πόνο και δεν το αποτολμώ ξανά ως να πεθάνουν τα βουνά και να μισέψει ο χρόνος...προσευχήσου ποιητή για τον τρελό αδερφό σου...δεν έχει αυτός καπνό κι αθάλη πια για συντροφιά...μόνο τον πόνο του που κι αυτός δεν είναι αρκετός σε απόκοσμο λιμάνι να τον στείλει...ούτε καλή ζωή χωρίς τις θέρμες να του δώσει..
Τι σπρώχνει, Καίσαρ, άραγε, τα παράδοξα μάτια να φιλάνε χείλη χωρίς αγάπη? Τι σπρώχνει της πόρνης αγάπης μου τον πόθο, αφού λεφτά δεν θέλει? Εγώ της κρέμασα σταυρό να χτυπάει δίπλα στην καρδιά της κι αυτή μου χάρισε πορτοφόλι από το πρόσωπό της το ιερό να την θυμάμαι πάντα, ό,τι λιμάνι κι αν πατήσω.. Λένε πως είμαι παράξενος, πως με άρρωστο τρόπο τις γυναίκες τις μισώ αφού μαζί τους ποτέ δεν πάω να ξαπλώσω... Μα αν ξέρανε, Καίσαρ... Μόνο να ξέρανε... Ούτε κοκό τραβάω, ούτε καπνό κι ούτε πια μεθώ. Αυτές οι απολαύσεις του κορμιού δεν σβήνουν τις φωτιές μου. Μόνο το βλέμμα της σαν γάργαρο νερό θα μου απαλύνει τον πόνο, μόνο το χάδι της Καίσαρα θα πει "εγέρθητι! άρον το πτώμαν σου και περιπάτει"... Δεν θυμάμαι πια πόσα χρόνια ή πόσες ώρες έχουνε περάσει ποιητή.. Θυμάμαι μόνο να υπάρχω για ένα όνειρο γιατί αξίζει η φωτιά του να με κάψει...με δεν με καίει πια η φωτιά Καίσαρ... Το πυρ έγινε πάγος... Ο πυρετός θα φταίει.. Τα μαραμπού δεν κρώζουνε κι εγώ σαν βλάκας περιμένω να κελαηδήσει ένα πουλί που γλώσσα έχει κομμένη..
Άραγε παύεις ν'αγαπάς ποτέ ή παύεις να κοπιάζεις? Για έναν έρωτα που άξιζε το πρόσωπό της χαρακιά και στίγμα να το κάνω...? Παύεις να σκέφτεσαι "ΑΝ?"? Παύεις να κλαις το βράδυ? Δεν σταματάς στα σίγουρα να ελπίζεις γιατί πεθαίνεις.. Αν δούλευα ακόμα στα φορτηγά κι έβγαινα σε λιμάνι, δεν θα πατούσα στης Φραγκιάς τα γαμημένα εδάφη. Εκεί παραμονεύει μια γοργόνα αιγύπτια με μελαγχολική έκφραση στα χέρια και στα μάτια... Εκεί...σαν δώδεκα φράγκα γαλλικά να άξιζε η ματιά μου? Εγώ ποτέ μου, Καίσαρα, δεν έχω αγαπήσει...... Κι αν σε ρωτήσουνε ποτέ ή αν σου ξηστορήσουν, μην πεις κι εσύ πως ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή, γιατί δεν ήταν Καίσαρα, ήταν μια αυταπάτη.
Κι αν της Περσίας τα βουνά και της Ιαπωνίας τα ρίγη και της Αφρικής λιμάνια δεν σε καλμάρουνε, έλα, Καίσαρα, μαζί να καούμε σε ακρογιάλια απόμερα και στου Άμστερνταμ κανάλια... Γιατί δεν έχω επιλογή και εδώ ποτέ ξανά δεν θα γυρίσω γιατί κάθε πόλη και σταθμός, κάθε οδός και δρόμος, είναι ανάμνηση βαθιά και της καρδιάς της πόνος.
Εξωτική ομορφιά αγαπώ μα δεν γυρίζω πίσω...
Προσευχήσου και για μένα Καίσαρα.."
Παρασκευή 10 Ιουνίου 2011
έναν πολύ παράξενον Εγγλέζο θερμαστή
όπου δε μίλαγε ποτέ κι ούτε ποτέ είχε φίλους
και μόνο πάντα εκάπνιζε μια πίπα σκαλιστή.
Όλοι έλεγαν μια θλιβερή πως είχε ιστορία
κι όσοι είχανε στο στόκολο με δαύτον εργαστεί
έλεγαν ότι κάποτες, απ' το λαιμό ως τα νύχια,
είχε σε κάποιο μακρινό τόπο στιγματιστεί.
Είχε στα μπράτσα του σταυρούς, σπαθιά ζωγραφισμένα,
μια μπαλαρίνα στην κοιλιά, που εχόρευε γυμνή
κι απά στο μέρος της καρδιάς στιγματισμένην είχε
με στίγματ' ανεξάλειπτα μιαν άγρια καλλονή...
Κι έλεγαν ότι τη γυναίκα αυτή είχε αγαπήσει
μ' άγριαν αγάπη, ακράτητη, βαθιά κι αληθινή·
κι αυτή πως τον απάτησε με κάποιο ναύτη Αράπη
γιατί ήτανε μια αναίσθητη γυναίκα και κοινή.
Τότε προσπάθησεν αυτός να διώξει από το νου του
την ξωτική που αγάπησε, τόσο βαθιά, ομορφιά
κι από κοντά του εξάλειψεν ό,τι δικό της είχε,
έμεινεν όμως στης καρδιάς τη θέση η ζωγραφιά.
Πολλές φορές στα σκοτεινά τον είδανε τα βράδια
με βότανα το στήθος του να τρίβει, οι θερμαστές...
Του κάκου· γνώριζεν αυτός - καθώς το ξέρουμ' όλοι -
ότι του Αννάμ τα στίγματα δε βγαίνουνε ποτές...
Κάποια βραδιά ως περνούσαμε από το Bay of Bisky,
μ' ένα μικρό τον βρήκανε στα στήθια του σπαθί.
Ο πλοίαρχος είπε: "θέλησε το στίγμα του να σβήσει"
και διάταξε στη θάλασσα την κρύα να κηδευθεί.
Πέμπτη 2 Ιουνίου 2011
Taste disappointment. Then like it.
I've spent all the fine years of my youth seeking for the human being I could attune with. I found it. It was ultimately late. Someone else found it first. Not only making it fell in love with him, but hurting its feeling over and over again. Even then my love would not be accepted. What could a man's man do? Taste disappointment. Then like it.
"Can you smell the wall of darkness? Curious creatures set upon us. Such as Love and Kindness and Friendship and Hatred. Salty taste of lips again. Where shall I pray? Edge of darkness on my walls. Remembrance. And where shall I hide? One sided love and ambilove. And where shall I hide? Innocent friendship and happiness. And where, oh love, shall I hide from you? From your empowered heart and dark feelings? I'll live.. I'll love.. I'll lie.. And I shall wait 'till I die. Remembrance, oh love. And options. Stupid, bloody options and love that came at the wrong time. But will stay. And will fail. But love, would it be the same without it? Love, oh love, I adore your essence, but could you please let me sleep..? I need it. x "
Next time she offers you a tiny opening, grab the chance and leave or grab her hand and never go away.
Life is a bitch. Then you die.