Παρασκευή, 1 Ιουλίου 2011

Της Ορχιδέας τα Φύλλα

Σ'εκείνα τα άλλοτε πικρά, της εφηβείας μου δάκρυα, της νεότητάς μου χρόνια, εγνώρισα μια θάλασσα, μιαν άβυσσο με μάτια. Είχε μακριά μαλλιά στο χρώμα του εβένου και μάτια μελισσόχρυσα, μα μοιάζανε με έρεβος και μέσα τους χανόσουν.

Με ανωριμότητα συστήθηκε, σαν πόρνη της πλατείας και έπαιξε με μιας με όλων των αρσενικών της παρέας, τα μάτια. Εμένα όμως μου έδειξε, στις ώρες τις ολομόναχες που πέρναγε μαζί μου, πως ήτανε άνθρωπος αγνός και με ψυχήν αγγέλου.

Είχε χυδαίες κι ανεπανόρθωτες, στα αισθήματα, πληγές βαθειές, μα είχε καρδιά τρισκέντητη, σαν μάλαμα, χρυσάφι.Από τότε που τα μάτια της επαίξανε μαζί μου, σε άλλην δεν εμπόρεσα το βλέμμα να σηκώσω, μα όταν με άφησε να δω, βαθειά, μες την ψυχή της, να ζήσω δεν εμπόρεσα, από τότε μακριά της.

Τα χρόνια γέρασαν μα εγώ ακόμα την εσκέφτομαι ολημερίς και ολονυχτίς, σαν να την γνώρισα ψες και σκέφτομαι πού θα με βγάλει. Σαν έρωτας του κοριτσιού, σαν του αγοριού το πάθος, μίαν αγνήν εζήσαμε, ολόκληρην φιλία.

Για μένα όμως πάντοτε θά 'ναι ο άνθρωπός μου. Αυτός που πριν οι λέξεις μου να βγούνε απ'το στόμα, με ένιωθε και με κράταε σφιχτά να μην φοβάμαι. Και είν' τα χέρια της αυτό που πάντα θα ενθυμούμαι. Η ευλογία η τρισκατάρατη, του χεριού, η αφή, του ανθρώπου σου, που λιώνει απ'την αγάπη.

Μα όχι για σένα...

Περάσαν χίλιες εποχές και στέρεψεν το δάκρυ μου, δεν έχω, άλλο πιά, να δώσω ή να πάρω. Μόνο μια ελπίδα ρίζωσε βαθειά στα σωθικά μου και να φύγει, δεν λέει, από 'κεί, ούτε ήσυχο να μ'αφήσει.

Καίγομαι, λιώνω και πονώ κι ούτ' ένα βλέμμα να μου ρίξει δεν ηθέλησε. Δεν μου μιλάει πια και ούτε να με δει δεν θέλει, εμπρός στα μάτια της, που τα αγάπησα τόσο. Δεν λέω "δεν πειράζει" πια, πάντα θα με πειράζει, που εξέχασε την αγάπη μου που έμεινε, γι'αυτήν, στο ράφι, δεδομένη.

Ψηλά στους χίλιους ουρανούς και στον γαλάζιο κρότο, δεν βρέθηκε ζωή καλή, σε μένα να χαρίσει. Να μ'αγαπήσει απ'την ψυχή και να μου δώσει ένα φιλί, του έρωτος, στα χείλια. Πάντα θα την καρτερώ και πάντα θα την θέλω, και πάντοτε μονάχος μου θα ζω και θα υπομένω, ότι βάσανο θα μου ριχτεί στην πλάτη να το φέρω.

Για τη μικρή ελπίδα μου, που τρύπωσε στα στήθια, ότι δικιά μου θα γενεί και θά 'μαι εγώ γι'αυτήν ο πολυπόθητος άνθρωπός της. Είναι φορές που η αγάπη μας, απέραντη ας είναι, δεν φτάνει για να μας κρατεί δίπλα σε όποιον αγάπησε η καρδιά μας τόσο.

Ζωή μου άδικη εσύ, που στις φωτιές του Έρωτα μ'αφήνεις να πυρούμαι, δε με και μια φορά που μ'έριξες σε απύθμενα πηγάδια. Και δώσε μου ότι αναζητώ στα χέρια να κρατήσω. Μιαν κόρην απ'τα σπλάχνα της και να της μοιάζει σ'όλα, εις τα παράξενα και εις τα λιτά, στις περίεργες της συνήθειες.

Θεέ που δεν μ'αγάπησες, ουδ' ενοιάστηκες, τι γίνομαι, ποτέ σου, ρίξε ένα βλέμμα σου απάνω στην καρδιάν μου. Σταμάτα την ή δώσε της μονάχα μια ευκαιρία, να γίνει ότι γεννήθηκε και ότι είναι γραφτό της. Φύσηξε την αγάπη μου και πάρ'την στα υπόγεια που αυτή, τώρα, συχνάζει, ξάπλωσε μες τον κόρφο της, σαν βρέφος που βυζαίνει και πες της πως την αγαπώ και πως γι'αυτήν πεθαίνω.

Ακόμα κι αν την πλήγωσα κι αν μού 'δωσε κι εκείνη δάκρυ, δεν έχει σημασία καμιά σε αυτό που μας ενώνει, γιατί είμαστε ο άνθρωπος, γι'αυτόν που αγαπούμε, ο μόνος που θα θυμηθεί, όταν πονάει, στον κόσμον όλον. Αυτό που προσπαθώ να πω, υποθέτω, πως είναι η πιο απλή, στην γλώσσα μας, η φράση, που λεν οι ανθρώποι εύκολα και πριν να το σκεφτούν, τί σημασία βαριά κρύβεται μες τις λέξεις.

Εδώ είναι που γίνομαι τυπικός και λέω ότι λεν κι οι άλλοι, Σ'αγαπάω κι ας με πονείς όσο κανείς δεν τόλμησε να φτάσει στης καρδιάς το βάθος, μα δεν με νοιάζει πια, αρκεί να με θυμάσαι, να μ'αγαπάς εκείνο το λίγο που μπορείς και που σ'αφήνει ο έρωτάς σου, και ποτέ από πάνω σου μην βγουν τα δυο μου πανίσχυρα δώρα.

Καρδιά από καρδιάς που βρίσκεται δίπλα απ'την καρδιά σου και φτερό αγάπης για να μπορώ σαν άγγελος από μακριά σε κάθε σου βήμα να σε προσέχω. Να πω, δεν έχω τίποτα, άλλο, ή να προσθέσω, γι'αυτό και τώρα πια σιωπώ και σκύβω το κεφάλι μου μήπως μπορέσω να ζήσω.

Ποτέ σου μην ξεχάσεις την αγάπη μου, που πέρασε ξυστά απ'την καρδιά σου...

Π.Ξ.Α.

Ξενοφίλιος

Δεν υπάρχουν σχόλια: