Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2012

Μέσα στα μπαρ που αυτοκτονούνε οι θαμώνες...

Στέκομαι απ'έξω και βλέπω το φωτισμένο με neon, οικείο σου όνομα. Κινώ ανεπαίσθητα τον λαιμό μου και νιώθω το δερμάτινο σακάκι στους ώμους μου που με κρατάει ζεστό, το ευγνωμονώ σιωπηλά. Η ψύχρα της νύχτας και της θάλασσας, που κάθεται σχεδόν ατάραχη απέναντι σου, αγγίζουν μόνο το πρόσωπο και τα χέρια μου. Οι παλάμες μου σχεδόν ίδρωσαν από την υγρασία μα τα δάκτυλά μου νιώθουν την ανάσα του αγέρα απαλά να με χαϊδεύει και να τα περνάει ένα-ένα, σαν βουνοκορφές που τις έπιασε Γαρμπής.

Κάνω, επιτέλους, το πρώτο μου αποφασιστικό βήμα ευθέως, προς την πόρτα σου. Το βλέμμα μου, όπως κάθε φορά, πέφτει για ένα μικροδευτερόλεπτο στην vintage, πάλαι ποτέ, μηχανή για μπύρες που στολίζει την κολώνα της εξώπορτάς σου. Χιλιάδες αναμνήσεις μιας περασμένης ζωής με χτυπάνε με ανάλγητη μανία. Σφίγγω το φυλακτό που τώρα στολίζει το στέρνο μου και έλκω την πόρτα. Αμέσως το άρωμα σου κεντρίζει την οσφρητική μου μνήμη· ξέρω τους πέτρινους τοίχους σου, το μπαρ και τη σκάλα από ξύλο, τις αμέτρητες ζωγραφιές σου σε καμβά και τα ρητά που οι θαμώνες σου έγραψαν πριν χρόνια, που απλώνονται παντού σαν τοιχογραφίες και σαν θολές, στο αλκοόλ πνιγμένες, μνήμες. Βαδίζω τον μικρό, στενό διάδρομό σου και ξέρω τι θα συναντήσω δεξιά μου στη σκάλα· αδημονώ. Πρώτα βλέπω την κονσόλα, σχεδόν σαν φάντασμα περίμενα να δω τον λεπτό τύπο με το μακρύ, μέχρι τη λεκάνη του, ίσιο μαλλί να κουνιέται ελαφρά στο ρυθμό κάφρων συγκροτημάτων από την άκρη της γης. Και μετά, με ένα ακούσιο χαμόγελο, βλέπω το μεγάλο σου, σαν αρχαίου αλχημιστή, βιβλίο όπου όλοι όσοι πέρασαν κάποτε από 'δω μέσα έβαλαν την υπογραφή τους για να μην ξεχάσεις ποτέ κανέναν.

Ένιωσα βλάκας που περίμενα να γυρίσω το κεφάλι στο τραπέζι που κάθεται περίοπτα, σαν θρόνος βασιλέως, εν μέσω της σκηνής, μπροστά από το πυρογραφημένο ξύλινο λογότυπό σου και να αντικρύσω δυο μικροκαμωμένες γυναικείες φιγούρες ντυμένες εξ ολοκλήρου στα μαύρα, να στροβιλίζουν το κεφάλι ρυθμικά και εγώ να θαυμάζω τις κινήσεις των μαλλιών τους και να χαμογελάω. Μετά θα πήγαινα προς τα εκεί και δεν θα τις ενοχλούσα, θα χαιρετούσα πρώτα τους άντρες που κάθονταν γύρω απ'το τραπέζι πίνοντας μειλίχια τις μπύρες τους, κατευθείαν απ'το μπουκάλι σαν αληθινοί άντρες, με χειραψίες που θα ζήλευε ακόμα και ο Tupac και ακολούθως, όταν το τραγούδι τελείωνε, θα αγκάλιαζα τις κοπέλες σφιχτά και θα ανταλλάζαμε φιλιά σαν αδέρφια που χάθηκαν για χρόνια. Κι όμως, πριν μερικές ώρες θα είμασταν μαζί.

Θα έβλεπα την λεπτή του φιγούρα, στα μαύρα ντυμένη, με χιλιάδες μαγικά σύμβολα να κρέμμονται από ολόκληρο το σώμα του και θα ανταλλάζαμε πλατιά χαμόγελα που συνεννοούνται χωρίς λόγια.
Θα έβλεπα το τεράστιο σώμα του και θα ήξερα πως έχω να κάνω με ένα παιδάκι, και έτσι θα τον αντιμετώπιζα· με μια αντρική χειραψία αλλά και με ένα χάδι στο κοντοκουρεμένο κεφάλι του.
Θα έβλεπα το κοκκινότριχο πρόσωπό του και θα ρωτούσα πως πάει, θα έβλεπα το μαύρο καπελάκι του, σαν παλιού στρατιώτη, και θα ρωτούσα "πού χάθηκες δικέ μου;"
Θα την έβλεπα να βλέπει το ξανθό του κεφάλι και θα χαμογελούσα κουνώντας το κεφάλι σκεπτόμενος "τα ίδια παντελάκη μου, τα ίδια παντελή μου", θα έβλεπα τη φίλη της να μην κοιτάει κανέναν χαμένη στο δικό της κόσμο και όλους τους υπόλοιπους να της ρίχνουν κλεφτές ματιές, ακόμα και οι γυναίκες, και θα ζήλευα αλλά δεν θα το έδειχνα.

Εκείνη την ώρα μόνο, και και καμμιά άλλη, θα καθόμουν δίπλα σε έναν απ'αυτούς τους τύπους και θα έβγαζα απ'την τσέπη μου τον λευκό Captain Black καπνό μου, την πίπα μου και τον Zippo αναπτήρα μου με τον ενχάρακτο ιππότη και θα ξεκινούσα να καπνίζω απαλά και να παίζω με τον καπνό. Μετά θα σηκωνόμουν για να πάω να πάρω μια Heineken πολικών θερμοκρασιών και θα επέστρεφα στο τραπέζι για να τον βρώ να στρίβει τσιγάρο με τον καπνό της πίπας μου, θα γελούσα με την ψυχή μου και θα συνέχιζα να περνώ καλά.
Σε κάποια φάση θα γυρνούσα απ'την άλλη και θα έλεγα "μαλάκα, πάμε έξω;" και θα μου έγνεφε "ναι" με το κεφάλι ενώ παράλληλα τραβούσε μια τζούρα απ'το στριφτό του. Μόλις βγαίναμε, θα είχαν μόλις παρκάρει απ'έξω και θα έρχονταν προς εμάς. Ο ένας θα έτρεχε να μας πειράξει κι ο άλλος θα ερχόταν περπατώντας στραβά, σχεδόν άτσαλα, χορευτικά, προς εμάς ενώ παράλληλα θα μας έλεγε και την καινούργια μαλακία που του συνέβει και θα γελούσαμε όλοι μαζί ανταλλάσσοντας βλέμματα. Θα πηγαίναμε μέχρι το περίπτερο και θα πέρναμε τσιγάρα, σοκολάτες και Snapple. Θα επιστρέφαμε αλλά δεν θα μπαίναμε μέσα ξανά, θα προχωρούσαμε λίγο παραδίπλα όπου η είσοδος μιας πολυκατοικίας θα προσέφερε κατάλληλο κρυσφήγετο για πολλές κουβέντες. Εκεί θα βρίσκαμε ήδη τις κοπέλες με την καλύτερη τους φίλη, και την πιο έξυπνη φίλη που είχα ποτέ, τον ψηλόλιγνο ξανθό και τον ψηλό μελαχρινό να μιλάνε για τα πάντα πειράζοντας ο ένας τον άλλον με τα πιο προσβλητικά σχόλια. Αυτοί είναι φίλοι. Φυσικά θα τους συνοδεύαμε αρχίζοντας και 'μεις τα πειράγματα.

Ίσως αν ήταν μια απ'αυτές τις νύχτες να φέρναμε τη συζήτηση κάπου φιλοσοφικώς σοβαρά, όπως στον θεό ή στον ρατσισμό. Ή ίσως να ήταν απ'τις....άλλες...νύχτες, αυτές που το σκοτάδι με πέρνει στα, φαινομενικά, ασφαλή του χέρια και με καθοδηγεί. Μια απ'τις νύχτες που θα έτρεχα πίσω της προσπαθώντας να σκουπίσω τα δάκρυά της ξέροντας πως τίποτα δεν μπορώ ΕΓΩ να κάνω για να απαλύνω τον πόνο της. Και θα μου έλεγε "όσο μακριά κι αν είσαι, μόνο εσένα έχω", και την επόμενη μέρα θα ξεχνούσε αν είμαι ζωντανός.







*θΑ κΟιΜηθΏ κΑι Θα (Κ)ΣεΧάΣω*

Δεν υπάρχουν σχόλια: